Κλείσε τα φώτα. Επιμένουν να τονίζουν τις εκφράσεις του προσώπου, την αμηχανία των σταυρωμένων χεριών, το αναπόφευκτο δάγκωμα των χειλιών, το συνεχόμενο κούνημα του ποδιού μου ενώ κάθομαι σταυροπόδι απέναντι σου, πέρα-δώθε, πέρα-δώθε. Δε θέλω να επικεντρώνεσαι στις αντιδράσεις μου. Δεν είναι αυθόρμητες, δεν είναι αληθινές, όπως σε έκανα να πιστέψεις. Είναι αυτό που θες να δεις και εγώ απλά δε θέλω να στο στερήσω. Δε θέλω να ζεις με ψευδαισθήσεις, δε θέλω να ποντάρεις τη ζωή σου σε ψεύτικες εικόνες, σε τεχνητά χαμόγελα και κατασκευασμένους, γλυκούς “αυθορμητισμούς”. Μη νευριάζεις γι’ αυτό. Το ξέρω, εσύ ποτέ δε μου ζήτησες να γίνω κάτι που δεν είμαι, να υποβληθώ σε μεταλλάξεις για να σ’ αρέσω περισσότερο.. Ποτέ. Όμως πάντα βαθιά μέσα μου υπήρχε ο φόβος. Αυτός ο φόβος, ο οποίος διαρκώς με αλλοίωνε και με έκανε να με χάνω.. Ο φόβος του ότι πάντα οι άλλοι διαρκώς περιμένουν αυτό το κάτι παραπάνω από εμένα. Που οφείλεται; Κοίτα, δε μπορώ να σου δώσω μια σαφή και ολοκληρωμένη απάντηση. Πες πως αυτός ο φόβος είναι αποτέλεσμα ενός κράματος παρελθοντικών βιωμάτων. Αποτέλεσμα; Μια ζωή φορώντας μάσκες εναλλακτικές για να ανταποκρίνομαι στις “απαιτήσεις” των γύρων μου ανάλογα τις περιστάσεις και τα γεγονότα. Ή μάλλον στις απαιτήσεις που ίσως εγώ δημιουργούσα εξαιτίας του φόβου μου. Θεωρίες του τύπου «Να είσαι ο εαυτός σου και να μη σε νοιάζει για κανέναν» και «Έκφραση σημαίνει αλήθεια και η αλήθεια είναι δύναμη», δικές μου. Πόσο εύκολο είναι να χρησιμοποιείς τελικά τέτοιες ατάκες! Πόσο δύσκολο όμως να τις εφαρμόζεις.. Εγώ όμως την είχα κάνει την επιλογή μου. Είχα επιλέξει την εύκολη λύση. Ο φόβος έγινε μάσκα και η μάσκα έγινε συνήθεια με τη σειρά της.
Γι’ αυτό σε παρακαλώ, κλείνεις τα φώτα; Θέλω να σου μιλήσω όσο πιο ειλικρινά γίνεται. Για μένα, για τις σκέψεις, για τους φόβους και τα συναισθήματα μου. Θέλω να απελευθερωθώ από τη συνήθεια της “πόζας”. Βοήθησε με. Κλείσε τα φώτα και μετά όλα θα είναι διαφορετικά. Με κοιτάς με ένα θλιμμένο και ταυτόχρονα θυμωμένο βλέμμα. Νιώθω σα να με λυπάσαι. Τελικά τι περίμενες από εμένα; Σίγουρα όχι αυτό το μονόλογο του παραλόγου, έτσι; Αυτός όμως μου έμεινε. Και αυτός είναι η αλήθεια μου.. Ανοίγεις την πόρτα και φεύγεις. Δε σου άρεσε, σκέφτομαι. Δε σε κατηγορώ όμως. Ένιωθα μεγάλη ανάγκη να στα πω όλα αυτά, ήθελα πολύ να σε αισθανθώ σύμμαχο μου. Στο σκοτάδι, ίσως αφηνόμουν ελεύθερη. Άξιζε να την κάνω την προσπάθεια. Ήθελα να σου πω πολλά, να σου μιλήσω ανοιχτά, να δεις ποια πραγματικά είμαι. Όμως.. έφυγες. Και δε θα είσαι σύμμαχος μου. Και έτσι δε θα μάθεις. Και έτσι έμεινα μόνη. Ξανά. Όλα αυτά που ήθελα να ξέρεις, αφορούσαν όχι μόνο εμένα, αλλά κυρίως εμάς. Βρήκα το θάρρος να σου μιλήσω και να σου αποκαλύψω όλα όσα αισθάνομαι, όμως τι νόημα έχουν τώρα αυτά; Θα επικεντρωθώ σε μένα. Το οφείλω στον εαυτό μου. Θα μιλήσω ανοιχτά. Και φωναχτά. Θα είναι σα να είσαι εδώ. Η τελευταία μας ελπίδα θα ήταν να μην έχεις φύγει και να ακούς κρυφά πίσω από την πόρτα. Μα τι λέω; Σχεδόν ονειρεύομαι.. Ο εαυτός μου και εγώ μείναμε. Ποιος ξέρει! Ίσως κατόπιν ενός διαλόγου μαζί του, επέλθει η λύτρωση. Βάζω ένα ποτήρι κόκκινο, γλυκό κρασί.. και σβήνω τα φώτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου