Κλεισμένη σε ένα σπίτι. Μόνη. Η τηλεόραση, η μόνη σου παρηγοριά. Κάθεσαι εκεί μπροστά της με τις ώρες. Δε ξέρεις ούτε εσύ τι βλέπεις. Απλά χαζεύεις.. Χαζεύεις και χάνεσαι. Αποκομμένη χρόνια από την οικογένεια σου, με πολλά προβλήματα υγείας μόνο εκεί μπορείς να σταθείς τώρα πια. Απέναντι της. Σου λείπει η ζωντάνια που είχες κάποτε, η ενεργητικότητα, η ζωή. Κοιτάς αποσβολωμένη αυτό το χαζοκούτι για ώρες. Θες κάπου να μιλήσεις. Να περιγράψεις τη συνέχεια του αγαπημένου σου έργου. Να αισθανθείς ότι κάνεις και εσύ κάτι, έστω κι αυτό που μόνο πια μπορείς να κάνεις. Όμως τελικά ούτε αυτό δεν κάνεις. Δεν υπάρχει κανένας να σε ακούσει. Σηκώνεσαι από τον καναπέ και πας να πιείς λίγο νερό.. Τόσες ώρες εκεί πια, δίψασες.
Αφήνεις τη βρύση να τρέξει και δεν την κλείνεις.. Παρατηρείς την ορμή του νερού που κυλάει.. Έτσι ήσουν και εσύ κάποτε.. Χείμαρρος. Κοιτάζεις το νερό, το αγγίζεις, δροσίζεσαι. Το ακούς, εκείνη τη στιγμή είναι η συντροφιά σου. Πίνεις.. θυμάσαι.. Αναπολείς τις στιγμές της ζωής σου, τον άνθρωπο σου, τον οποίο έχασες νέα.. Και όλα αυτά σε μία στιγμή. Ξεδιψάς. Κλείνεις τα μάτια. Ζαλίζεσαι. Μάλλον λόγω ηλικίας. Όμως βρίσκεις τη δύναμη και στέκεσαι ξανά στα πόδια σου. Χαμογελάς γλυκά και καλοσυνάτα, όμως δεν είναι κανένας εκεί για να σε δει, να σε χαρεί.. Έπειτα, πηγαίνεις ξανά προς στο σαλόνι. Αποφασίζεις να κοιμηθείς, πονάνε τα μάτια σου. Ξαπλώνεις, όμως δε σε πιάνει ύπνος. Δημιουργείς στο χάος του μυαλού σου έννοιες ανύπαρκτες.. Στριφογυρνάς όλη την ώρα με μάτια κλειστά όμως πάντα, γιατί σε πονάνε.. Είσαι όμως καταδικασμένη. Δε μπορείς. Ανοίγεις ξανά την τηλεόραση και χάνεσαι..





